dISCOVERlIFEradio copy2.png
Μια διαφορετικη ματιά στη ζωή σου.png

ΑΝΟΙΞΗ 2021 - ΤΕΥΧΟΣ 03

Περπατώντας στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου, αντικρίζεις ανθρώπους που πονάνε και ανησυχούν για την κατάσταση της υγείας τους και την εξέλιξή της. Οι γιατροί διενεργούν εργαστηριακούς ελέγχους και εξετάζουν προσεκτικά την κλινική εικόνα και το ιστορικό του ασθενούς, ενώ εκείνος ελπίζει σε μία άμεση θεραπεία, που θα του εξασφαλίσει ανακούφιση από τον πόνο που βιώνει και θα του επιτρέψει να επιστρέψει στην καθημερινότητά του όπως την ήξερε.

Ωστόσο, πολύ συχνά έρχονται τα λόγια του γιατρού να επιβεβαιώσουν τους χειρότερους φόβους του ασθενούς: «Οι εξετάσεις σας είναι καθαρές, οπότε μάλλον από το άγχος είναι. Μήπως είστε πολύ αγχωμένος/η τελευταία;».
Μία τέτοια διάγνωση μπορεί κάποιες φορές να είναι πιο δύσκολο να την ακούσει κανείς, ακόμα κι από μία σοβαρή ιάσιμη ασθένεια. Γιατί αυτό σημαίνει ότι το άτομο δεν μπορεί να κάνει μία θεραπεία και να επιστρέψει στην καθημερινότητά του όπως την ήξερε. Δεν θα μπορέσει να πάρει ένα χαπάκι, να περάσει ο πόνος και να γυρίσει στις παλιές του συνήθειες. Αυτό σημαίνει ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Κι αυτό τις περισσότερες φορές είναι δύσκολο και επώδυνο. Η αλλαγή απαιτεί ειλικρίνεια, πρώτα απ’ όλα με τον ίδιο μας τον εαυτό και μετά με τους γύρω μας. Απαιτεί να αντέχουμε να λέμε όχι, να μάθουμε να διεκδικούμε και να θέτουμε τα όριά μας. Απαιτεί να μιλήσουμε.
Επομένως, το έντονο στρες και άγχος μπορεί να οδηγήσουν σε μία σωματοποιητική διαταραχή. «Ως σωματοποίηση ορίζεται η γενικευμένη τάση βίωσης και έκφρασης της συναισθηματικής δυσφορίας μέσω σωματικών ενοχλήσεων» (DiMatteo & Martin, 2002). Κάποια ενδεικτικά παραδείγματα είναι η ναυτία, οι στομαχικές ενοχλήσεις, η κεφαλαλγία, η ταχυπαλμία, δερματίτιδες και δύσπνοια. «Το φαινόμενο της ψυχοσωματικής ασθένειας, μιας παθολογικής κατάστασης που είτε οφείλεται σε ψυχολογικούς παράγοντες, είτε επιδεινώνεται από αυτούς» (DiMatteo & Martin, 2002) έχει πραγματική υπόσταση και ύπαρξη, και δεν είναι κάτι που υπάρχει απλώς στο μυαλό του ασθενούς.
Βιώνοντας άγχος και στρες στην καθημερινότητα, ο καθένας μας βρίσκεται αντιμέτωπος με δύο επιλογές: τελικά θα αφήσουμε να μιλήσει το στόμα ή το σώμα; Μοιάζει πολύ προφανής η απάντηση, αλλά στην πράξη πολλές φορές αγνοούμε ότι έχουμε μόνο αυτές τις δύο επιλογές και συμπεριφερόμαστε σαν να υπάρχουν κι άλλες. Δυστυχώς, στην προκειμένη περίπτωση, η μη επιλογή – όχι απαραίτητα απόρριψη – της μίας απάντησης συνεπάγεται αυτόματα την επιλογή της άλλης. Συνεπώς, καθημερινά παίρνουμε την απόφαση αυτή και επιλέγουμε «ποιος» θα μιλήσει, ακόμα κι αν δεν το καταλάβουμε ή δεν το κάνουμε συνειδητά.
Αν επιλέξουμε τελικά να μιλήσει το στόμα, θα εκπλαγούμε από το πόσο θεραπευτικό μπορεί να είναι αυτό. Είτε επιλέξεις να μιλήσεις σε κάποιο αγαπημένο σου πρόσωπο, είτε σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, θα διαπιστώσεις ότι το να μιλάς και να εκφράζεις όλα αυτά που νιώθεις, που σε πιέζουν, που σε αγχώνουν, μπορεί να είναι εξαιρετικά ανακουφιστικό. Ταυτόχρονα, η συζήτηση με κάποιον που είναι έξω από την κατάσταση που βιώνεις μπορεί να σε βοηθήσει να δεις μία διαφορετική οπτική του ζητήματος ή/και να ενισχυθείς, ώστε να πεις όχι ή να διεκδικήσεις κάτι, με στόχο να προστατεύσεις τον εαυτό σου.
Μία άλλου είδους συζήτηση που μπορεί να βοηθήσει και να ανακουφίσει από το άγχος είναι η προσευχή. Μέσα από πολλές έρευνες έχει αποδειχθεί η ευεργετική επίδραση που έχει η πίστη στη ψυχική και σωματική υγεία (Διδαγγέλου, 2020), η οποία μπορεί να εκφραστεί μέσω της προσευχής. Δεν είναι να απορεί κανείς που σε όλα τα νοσοκομεία υπάρχει και χώρος για προσευχή, αφού αυτό φαίνεται να είναι κάτι που οι άνθρωποι πραγματικά επιζητούν όταν τα πράγματα μοιάζουν δύσκολα ή ακατανόητα.
Ωστόσο, δε χρειάζεται να φτάσει κανείς στο νοσοκομείο για να επιλέξει να προσευχηθεί. Ο ψαλμωδός Δαυίδ περιγράφει πώς βίωνε κι αυτός τη θλίψη του – ψυχικά και σωματικά – στον Ψαλμό 31 λέγοντας: «Κύριε, ελέησέ με, επειδή είμαι μέσα σε θλίψη∙ μαράθηκε το μάτι μου από τη λύπη, η ψυχή μου, και η κοιλιά μου». Στον Ψαλμό 32 γράφει πάλι ο ψαλμωδός Δαυίδ «Όταν αποσιώπησα, τα κόκαλά μου πάλιωσαν από τον ολολυγμό μου όλη την ημέρα», δείχνοντας ξεκάθαρα το κόστος που έχει για το σώμα μας όταν επιλέγουμε να μη μιλήσουμε, να μην εκφράσουμε αυτά που νιώθουμε. Τέλος, στον Ψαλμό 138 περιγράφει πώς βιώνει τη λύτρωση μετά την προσευχή του, λέγοντας: «Την ημέρα που έκραξα, με εισάκουσες∙ με ενίσχυσες με δύναμη μέσα στην ψυχή μου».

Κάποιες φορές μπορεί να μοιάζει πολύ μεγάλο το κόστος που έχεις να πληρώσεις αν επιλέξεις να μιλήσεις. Αυτό το κόστος όμως καλούμαστε να το πληρώσουμε έτσι κι αλλιώς με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Αν μιλήσεις, θα ακουστείς, θα ανακουφιστείς, θα ενδυναμωθείς. Αν μιλήσεις, κάτι θα μπορέσει να αλλάξει. Αν επιλέξεις να σιωπήσεις, τότε το σώμα σου θα μιλάει σιωπηλά και και θα υποφέρει βουβά, μέχρι τη στιγμή που ο πόνος θα είναι πιο δυνατός από την εκκωφαντική σιωπή.



Βιβλιογραφία:
Διδαγγέλου, Δ. (2020). Ευγνωμοσύνη: Για μια ζωή γεμάτη ικανοποίηση. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
DiMatteo, M. R., & Martin, L. M. (2002) Εισαγωγή στην Ψυχολογία της Υγείας (μεταφρ. Ραρή Ε., επιστημ. επιμελ. Αναγνωστόπουλος Φ. & Ποταμιάνος Γ., 2011-12). Αθήνα: Εκδόσεις Πεδίο.

 

_________________

Γράφει η Άντζελα Τερζή

Ψυχολόγος,

Συστημική-Οικογενειακή  Σύμβουλος

www.angelaterzi.com

ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ:

Μέχρι που θα πάει αυτή η κατάσταση! 

της Άντζελας Τερζή

25 ΜΑΡΤΙΟΥ 2021 - ΤΕΥΧΟΣ 0

Της είχε πει ότι ήταν η τελευταία φορά που τη χτυπούσε.

Τη διαβεβαίωσε ότι την αγαπούσε και ότι δεν έφταιγε αυτός που με τα λόγια της τον έκανε θηρίο. Θα έπρεπε να ξέρει καλύτερα. Θα έπρεπε να ξέρει τί να λέει, πώς να το λέει και πότε να το λέει. Αφού λοιπόν αυτός την αγαπούσε και δεν έφταιγε, άρα έφταιγε εκείνη. 

Εκείνη τα έκανε πάντα όλα λάθος και προφανώς το ίδιο έκανε πάλι. Το πιστεύει ότι την αγαπάει, όμως κατέληξε ότι μάλλον δεν ξέρει πώς να της το δείξει. Ή δεν το έδειξε ποτέ κανένας σε εκείνον για να το μάθει. Παίρνει μία βαθιά ανάσα και θυμίζει στον εαυτό της ότι πρέπει απλώς να είναι πιο προσεκτική. Να μην ανοίγει το στόμα της χωρίς να σκέφτεται, να μην τον εκνευρίζει, να μη δημιουργεί αντιπαραθέσεις, να μη νιώθει, να μην πονάει, να μη χρειάζεται, να μην αναπνέει, να μη ζει. 

Οι έρευνες λένε ότι δύο στις δέκα γυναίκες έχουν βιώσει ενδοοικογενειακή βία. Στην Ελλάδα, κατά την χρονική περίοδο 1η Νοεμβρίου 2019 έως 31 Οκτωβρίου 2020, συνολικά 4.872 γυναίκες βρήκαν το κουράγιο και ζήτησαν βοήθεια (σύμφωνα με την 1η Ετήσια Έκθεση για τη Βία κατά των Γυναικών από την Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής & Ισότητας των Φύλων). Ακόμη, το διάστημα της πρώτης καραντίνας (Μάρτιος-Απρίλιος 2020) οι κλήσεις προς την Τηλεφωνική Γραμμή Υποστήριξης SOS 15900, αυξήθηκαν κατά 230%!  

Ποσοστά δραματικά, αριθμοί τεράστιοι. Δεν μπορείς να τους προσπεράσεις. 

Ο ορισμός της σωματικής βίας είναι «η χρήση ή η απειλή χρήσης σωματικής δύναμης ή καταστολής που πραγματοποιείται με την πρόθεση πρόκλησης πόνου ή τραυματισμού σε κάποιον άλλο» (Hendrick C. & Hendrick S.S., 2000). Ένας ορισμός επιβλητικός, βαρύς και ξεκάθαρος. Πρόθεση πρόκλησης πόνου ή τραυματισμού σε ποιον; Στον άνθρωπό σου; Στο διπλανό σου; Σε αυτόν με τον οποίο μοιράζεσαι το κρεβάτι σου; Τη ζωή σου όλη; 

Έρευνες έχουν ασχοληθεί με τη λεγόμενη «πατριαρχική τρομοκρατία», η οποία φαίνεται να είναι απόρροια της πατριαρχικής παράδοσης που δίνει το δικαίωμα στους άνδρες να ελέγχουν τις γυναίκες, μέσω της «συστηματικής χρήσης όχι μόνο της βίας αλλά και την οικονομική υποτέλεια, τις απειλές, την απομόνωση και άλλες τακτικές ελέγχου» (Hendrick C. & Hendrick S.S., 2000).  Επομένως, δεν εστιάζουμε μόνο στην απαράδεκτη χρήση της σωματικής βίας, αλλά και στις υπόλοιπες τακτικές ελέγχου που πλαισιώνουν αυτή την κακοποίηση και αναγκάζουν τις γυναίκες να υπομένουν σιωπηλά. Σύμφωνα με έρευνες της Γενικής Γραμματείας Ισότητας Φύλων, οι γυναίκες που έρχονται πιο συχνά αντιμέτωπες με φαινόμενα βίας μέσα στην οικογένεια είναι μητέρες, άνεργες, ηλικίας κατά μέσο όρο 36-45 ετών, απόφοιτες δευτεροβάθιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και είναι κοινωνικά απομονωμένες, χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο.

Είναι εντυπωσιακό ότι, από τη μία μεριά, ο ίδιος ο κακοποιητής, ενισχύει και επιδιώκει την κοινωνική απομόνωση της γυναίκας, καθώς αυτό θα του επιτρέπει να ασκεί ανεμπόδιστα τη σωματική και συναισθηματική βία στο θύμα του, κι από την άλλη, η ίδια η γυναίκα που κακοποιείται τείνει να απομονώνεται. Η απομόνωση από τη μεριά της γυναίκας μπορεί να οφείλεται σε συναισθήματα ντροπής, αδυναμίας να δει πώς μπορεί να βοηθηθεί ή συνειδητή αποφυγή της κοινωνικής πίεσης που μπορεί να δεχτεί με στόχο να την κινητοποιήσει να πάρει μία δραστική απόφαση. Είναι κατανοητό ότι οι περισσότερες γυναίκες δε θέλουν ή δεν αντέχουν – συναισθηματικά, οικονομικά, κοινωνικά – να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, κυρίως λόγω μη ύπαρξης του αναγκαίου υποστηρικτικού δικτύου ή ακόμα και λόγω φόβου για τη ζωή τη δική τους ή/και των παιδιών τους. Στα μάτια τους ίσως να μοιάζει πιο εύκολο να υπομείνουν, να συγχωρήσουν και να ξεχάσουν.

Ωστόσο, το κόστος που έχουν να πληρώσουν είναι εξαιρετικά μεγάλο. Οι γυναίκες που βιώνουν την επώδυνη πραγματικότητα της κακοποίησης έχουν μειωμένη αυτοεκτίμηση και αίσθηση ευεξίας, παρουσιάζουν αυξημένη δυσπιστία προς τους άντρες, εμφανίζουν μεγαλύτερη κοινωνική απομόνωση, άγχος, κατάθλιψη και απόσυρση, καθώς και συμπτώματα που σχετίζονται με μετατραυματική αγχώδη διαταραχή (Hendrick C. & Hendrick S.S., 2000).

Παράλληλα, παρατηρείται η τάση από τις μητέρες να παραμένουν μέσα στο γάμο και να υπομένουν την κακοποίηση, προκειμένου να μην διαλυθεί η οικογένεια και να μην στερηθούν τα παιδιά τον πατέρα τους. Ωστόσο, η οικογένεια έχει ήδη πάψει να αποτελεί ένα ασφαλές καταφύγιο για τα παιδιά, ενώ ταυτόχρονα μία κακοποιητική καθημερινότητα ενισχύει στα μάτια τους λανθασμένα πρότυπα αλληλεπίδρασης και συμπεριφορών. Μάλιστα, σύμφωνα με έρευνες, μία μεταβλητή, που φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της βίας μέσα στην οικογένεια, είναι η διαγενεακή διαβίβαση της βίας. Πιο συγκεκριμένα, φαίνεται να υπάρχει μεγάλη συσχέτιση μεταξύ των ανδρών που είναι μάρτυρες βίας στην οικογένεια καταγωγής, με τους άνδρες που είναι βίαιοι προς τις συντρόφους τους αργότερα. Επίσης, σημειώνεται ότι πιθανόν η εχθρότητα, το άγχος, η αναποτελεσματική επίλυση των συγκρούσεων, ο φόβος της εγκατάλειψης, η εξάρτηση και η απόμακρη σχέση με τους γονείς αποτελούν παράγοντες που σχετίζονται με τη διαγενεακή διαβίβαση της βίας (Hendrick C. & Hendrick S.S., 2000). 

Τα παραπάνω ευρήματα σίγουρα εμφανίζουν περιορισμούς, όμως είναι αρκετά διαφωτιστικά σε σχέση με την οικογένεια καταγωγής του άντρα, τα βιώματά του μέσα σε αυτήν και την αναπαραγωγή δυσλειτουργικών αλληλεπιδράσεων και συμπεριφορών. Συνεπώς, η προσπάθεια αποφυγής της διάλυσης της οικογένειας από τη μεριά των μητέρων, ίσως να μην έχει πολύ θετική έκβαση για τα παιδιά και τα σχεσιακά πρότυπα που αναπτύσσουν. Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι πιθανότητες άσκησης βίας στο μέλλον και προς τα παιδιά, με αποτέλεσμα να απειλείται και η δική τους σωματική και συναισθηματική ακεραιότητα.

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη για τη γυναίκα να μιλήσει και να ζητήσει βοήθεια. Η σιωπή δε διορθώνει την κατάσταση, αλλά την εγκαθιδρύει. Η υπομονή δε θεραπεύει τη βία, αλλά την επιτείνει. Η απομόνωση δεν προστατεύει, αλλά αποτελεί κίνδυνο. Πόσο θα περιμένεις ακόμα; Μέχρι πού θα αφήσεις να πάει αυτή η κατάσταση;

 

Βιβλιογραφία:

Hendrick C. & Hendrick S.S. (2000). Στενές Σχέσεις: Θεμελιώδη ζητήματα της ψυχολογίας των διαπροσωπικών σχέσεων. (μεταφρ. Μπερή Μ., Σταματάκης Σπ., Τσιτιμάκη Έρ., επιστημ. επιμ. Κορδούτης Π., 2012). Αθήνα: Εκδόσεις Πεδίο.

Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων: 1η Ετήσια Έκθεση για τη Βία κατά των Γυναικών (Αθήνα, Νοέμβριος 2020): https://www.in.gr/wp-content/uploads/2020/11/1st-annual-report.pdf 

 

_________________

Γράφει η Άντζελα Τερζή

Ψυχολόγος,

Συστημική-Οικογενειακή  Σύμβουλος

www.angelaterzi.com